25η Μαρτίου - Θεατρικό: Να ζει το Μεσολόγγι

του Βασίλη Ρώτα

Διανομή

Α΄ ΑΝΤΡΑΣ
Β΄ ΑΝΤΡΑΣ
Γ΄ ΑΝΤΡΑΣ
ΠΑΠΑΣ
ΠΑΝΟΣ
ΘΑΝΑΣΗΣ
ΦΩΤΕΙΝΗ
ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ
ΔΕΣΠΩ
ΜΑΡΚΟΣ
ΝΙΚΟΛΑΣ
ΛΕΝΙΩ
ΠΕΤΡΗΣ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ
ΚΙΤΣΟΣ
ΧΡΥΣΟΥΛΑ
Α΄ ΚΟΠΕΛΑ
Β΄ ΚΟΠΕΛΑ
Α΄ ΑΓΟΡΙ
Β΄ ΑΓΟΡΙ
ΘΟΔΩΡΗΣ
ΚΩΣΤΑΣ
ΦΩΤΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΣ
ΠΑΙΔΙΑ

 

Η σκηνή στο Μεσολόγγι την άνοιξη του 1826.

 

ΣΚΗΝΗ 1η

Ο παπάς κάθεται στη μέση. Η Φωτεινή επιβλέπει τα παιδιά, που καθισμένα σταυροπόδι φτιάνουν φυσέκια. Η Γιώργαινα καθισμένη με την πλάτη γυρισμένη προς τους θεατές θηλάζει ένα μωρό. Ο Πάνος γονατιστός στο ’να πόδι δεξιά από τον παπά. Ο Κωστάκης ορθός στηρίζεται στο τζάκι κι όλο λυγίζουνε τα γόνατα του να πέσει. Τρεις άντρες στέκονται ορθοί αριστερά από τον παπά.

ΠΑΠΑΣ: (Έχει το δεξί του χέρι στο κεφάλι του Πάνου) Κρατήσου, παιδί μου, λιγάκι, μείνε μαζί μου, όσο να σε χορτάσει το μάτι μου, να καμαρώσω τη λεβεντιά σου. Εχτές ακόμα, όσο δε σου ’χαν δώσει άρματα, ήσουν παιδί, και σήμερα!.. πόσο μεγάλωσες μονομιάς από τη μια μέρα στην άλλη!

ΠΑΝΟΣ: Έλα τώρα, πατέρα, δώσε μου την ευχή σου λέω. (ακούγεται κανονιά) Να τα! Βλέπεις; Άρχισε πάλι το γιουρούσι κι εγώ είμαι ακόμα εδώ.

Α΄ ΑΝΤΡΑΣ: Έτοιμα τα φουσέκια; Πρέπει να φύγουμε.

Β΄ ΑΝΤΡΑΣ: Έτοιμα είναι, μα οι Τούρκοι είναι μιλιούνια, γέμισε ο κάμπος Αραπιά, θα μας θερίσουν.

Γ΄ ΑΝΤΡΑΣ: Μη σκιάζεστε μωρέ! Αν χρειαστεί θα πεθάνουμε για την πατρίδα!

ΟΛΟΙ: «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή!

Α΄ ΑΝΤΡΑΣ: Οι Τούρκοι θ’ ακούνε Μεσολόγγι και θα τρέμουν.

Β΄ ΑΝΤΡΑΣ: Έχουμε ακόμα αγώνα μπροστά μας, αδέρφια!

Γ΄ ΑΝΤΡΑΣ: Θα ’ρθουν και ενισχύσεις, θα σπάσουν τον αποκλεισμό τ’ αδέρφια μας, ας έχουμε πίστη!

Α΄ ΑΝΤΡΑΣ: Πάμε, για την πατρίδα!

ΟΛΟΙ: «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ»

ΠΑΠΑΣ: (Του πιάνει το χέρι) Άιντε, παιδί μου, στη θέση σου. Πρώτα απ’ όλα το Μεσολόγγι. Δε σε κρατώ πια. Να μη σηκώνεις κεφάλι, παρ’ όσο για να ματιάσεις. Να φυλάγεσαι. Μην είσαι αψύς.

ΠΑΝΟΣ: ξέρω καλέ πατέρα!

ΘΑΝΑΣΗΣ: Έπρεπε να ’μαι κοντά σας, να σας δασκαλεύω. Μα το πόδι μου, αχ! Με κρατεί εδώ καρφωμένο. Πες του καπετάνιου : Τι κάνουμε εδώ; Είναι δουλειά για μας αυτή, να επιβλέπουμε τα φουσέκια;

ΠΑΠΑΣ: Πες του να στείλει άλλον στο πόδι μου, να ’ρθω, παιδί μου, στο ταμπούρι να ’μια κοντά σου. Κοίταξε, παιδί μου, εσύ πρέπει να ζήσεις, να ξαναγυρίσεις στο Σούλι μας. (ακούγονται κανονιές)

ΠΑΝΟΣ: (πετάγεται) Δεν ακούς, πατέρα; Το γιουρούσι! Δεν κάθομαι πια. Καλό βόλι, πατέρα!

ΠΑΠΑΣ: (του πιάνει το κεφάλι με τα δυο χέρια) Καλό βόλι, παιδί μου, και ο Θεός ας σε παραστέκει, ας σε φυλάξει, γιατί εσένα έχω μοναχή μου ελπίδα και χαρά. (τον φιλά) Εσένα και τη Λευτεριά. Και τη Λευτεριά πάλι για σένα όχι για μένα. (τον αφήνει)

ΟΛΟΙ: Καλό βόλι, παιδιά! (φεύγουν βιαστικά)

ΠΑΙΔΙΑ: Καλό βόλι!

ΘΑΝΑΣΗΣ: Ωχ! Ωχ! Βοήθα με, Φωτεινή

ΦΩΤΕΙΝΗ: Τι θέλεις, μπαρμπα – Θανάση; (γονατίζει κοντά του)

ΘΑΝΑΣΗΣ: Το πόδι μου, σάλεψέ το λίγο, πονώ φοβερά. Ωχ, ωχ, ωχ!

ΦΩΤΕΙΝΗ: Έτσι, έτσι; Είσαι καλύτερα τώρα;

ΘΑΝΑΣΗΣ: (Χτυπώντας το χέρι του στο γόνατό του) Να κάθομαι εδώ σα θεριό πιασμένο στο δόκανο και να πολεμάει το παιδάκι;

ΦΩΤΕΙΝΗ: Μη στεναχωριέσαι, μπάρμπα – Θανάση, κι ο Πάνος μας πολεμάει καλά. Το ’δειξε και στο άλλο γιουρούσι.

ΠΑΠΑΣ: κοίτα τα φουσέκια τώρα. «Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη δικαιοσύνη σου.

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: (ανασηκώνεται με κόπο – μιλεί αργά) Έλα, με ρούφηξες πια! Δεν πίνεις το γάλα, το αίμα μου πίνεις, που να μην ήσουνα! (το αφήνει κάτω και σηκώνεται)

ΠΑΠΑΣ: Μη βλαστημάς, Γιώργαινα.

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Δε βλαστημάω, παππούλη, λιγώθηκα ολότελα, λέω θα ξεψυχήσω.

ΠΑΠΑΣ: Δεν έβρασε πια το φαΐ για τα παιδιά;

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Βράζει ο σκύλος; Δε βράζει. Και δεν έχουμε ούτε ξύλα πια τι να βάλω τα χέρια μου;

ΔΕΣΠΩ: Τώρα λένε, άμα σκολάσει ο πόλεμος, θα ρίξουνε το δεσποτικό να βγάλουνε ξύλα.

ΠΑΠΑΣ: Το δεσποτικό δεν πρέπει να το ρίξουνε, είναι κειμήλιο.

ΔΕΣΠΩ: Τι κειμήλιο, παππούλη,; Κειμήλια θα τηράξουμε τώρα ή θα γλιτώσουμε τις ψυχές μας;

ΠΑΠΑΣ: Και οι ψυχές θέλουν την πίστη τους, Δέσπω. Εμείς εδώ στο Μεσολόγγι την πίστη μας θέλουμε να γλιτώσουμε και όχι τις ψυχές. Ας κάψουμε το λοιπό τα κονίσματα και τα βιβλία τα ιερά κι ας τουρκέψουμε ολότελα, να γλιτώσουμε τις ψυχές μας. Γι’ αυτό λέω, καλύτερα να ρίξουμε τ’ άλλα σπίτια πρώτα και να μην πειράξουμε το δεσποτικό.

ΔΕΣΠΩ: Τα σπίτια όσα περισσεύουνε τα ρίξανε πια. Εδώ, παππούλη, είμαστε για χαλασμό και μην ελπίζεις να γλιτώσει το Μεσολόγγι.

ΜΑΡΚΟΣ: Δέσπω, αυτό το λόγο να μην τον ξαναπείς. Το Μεσολόγγι δεν πέφτει σε χέρια Τούρκου.

ΔΕΣΠΩ: Κειο, άμα χαθούνε ούλοι, τι να την κάνει τη λευτεριά του;

ΜΑΡΚΟΣ: (τη μαλώνει) Σώπα, άπιστη γυναίκα. Μη σκανταλίζεσαι, κι ούλοι να χαθούμε, φτάνει να μείνει λεύτερη ετούτη η γης και θα φυτρώσει ξανά κι ανθρώπους, όπως φυτρώνει την αγριάδα.

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Εγώ λέω δε φυτρώνει ούτε χορτάρι πια. (με απελπισία κουνώντας τα χέρια της) Τα τσαρούχια μας τα φάγαμε, τα φύκια και τα σκουλήκια τα φάγαμε, τα ποντίκια τα φάγαμε. Τι άλλο θα φάμε πια; Σήμερα μας στείλανε μισό σκύλο για όλο τούτο τα’ ασκέρι κι είπανε σωθήκαν και τα σκυλιά. Από ταχιά θα βάλουμε χέρι στις γάτες

ΔΕΣΠΩ: Ώχου! Ο Θεός ας μας ελεήσει κι ας μας σπλαχνιστεί! Εχτές η Στάθαινα ήτανε να θάψει τον άντρα της και αγρίεψε ξαφνικά κι άρχισε να τρώει τον πεθαμένο. Τρόμαξαν να της τον πάρουν από τα χέρια.

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ – ΔΕΣΠΩ: Τι θα γινούμε οι μαύροι;

ΜΑΡΚΟΣ: Μη λιγοψυχάτε, γυναίκες! Εμείς που ζούμε πρέπει να δοξάζουμε το Θεό. Κι όση ψυχή μας μένει πρέπει να την κρατάμε αμόλευτη από σκάνταλο. Γιατί (έντονα) εμείς, εδώ, στο Μεσολόγγι σήμερα κρατάμε στα χέρια μας τη λευτεριά του Γένους. Είμαστε όλοι ταμένοι και δεν έχουμε το δικαίωμα να λιγοψυχήσουμε.

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: (κλαίγοντας) Ο Θεός να μας συγχωρέσει, από τα προχτές το βράδυ δεν έχω βάλει στο στόμα μου άλλο από μια γουλιά νερό, και το παιδί, βυζαίνει την ψυχή μου πια της δόλιας! Ώρα την ώρα λέω μια πως θα ξεψυχήσει εκείνο στα χέρια μου, μια πως εγώ θ’ απομείνω. Δεν έχω ανάκαρα ούτε τα μάτια μου ν’ ανοίξω και σαλεύω έτσι, σα να μην είμαι γω, σαν κάποιος άλλος να με σπρώχνει.

ΠΑΠΑΣ: Κοίταξε, τοιμασε μια ώρα αρχύτερα το φαΐ των παιδιών και να βγάλεις διπλή μερίδα για σένα. (η Γιώργαινα πάει αναστενάζοντας και γονατίζει στο τζάκι, όπου ανακατεύει το φαΐ στο τσουκάλι που βράζει εκεί, και συνδαυλίζει τη φωτιά)

ΦΩΤΕΙΝΗ: (σηκώνετε και πλησιάζει τον Κωστάκη) Κωστάκη, πού πας, παιδάκι μου. Έλα να σε βάλω στο στρώμα να πέσεις, εσύ δεν μπορείς να σταθείς στα πόδια σου. (το παίρνει και το βάζει να ξαπλώσει και ξαναγυρίζει στη θέση της – ο Κωστάκης ξανασηκώνεται, πιάνεται στον τοίχο και πάει ως το τζάκι)

ΠΑΠΑΣ: Ταχύ εισάκουσόν μου, Κύριε, εξέλιπε το πνεύμα μου, μη αποστρέψεις το πρόσωπό σου απ’ εμού και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. Γνώρισον μοι, Κύριε, οδόν εν η πορεύσομαι ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου. (ο Κωστάκης σωριάζεται)

ΦΩΤΕΙΝΗ: (τρέχει κοντά του) Κωστάκη! Κωστάκη!

ΠΑΙΔΙΑ: (σηκώνονται κοιτάζουν μ’ ανησυχία και φωνάζουν) Κωστάκη! Κωστάκη!

ΝΙΚΟΛΑΣ: Όχι φωνές. Όχι φωνές. Έλα δω, Φωτεινή! Άστο, κοίταξε τα φουσέκια.

ΦΩΤΕΙΝΗ: Θαρρώ πέθανε, μπάρμπα - Νικολό!

ΝΙΚΟΛΑΣ: Πες της Γιώργαινας και κοίταξε συ τα φουσέκια!

ΦΩΤΕΙΝΗ: (πάει και την αγγίζει στον ώμο, καθώς είναι σκυμμένη και φυσάει τη φωτιά) Γιώργαινα! (της δείχνει τον Κωστάκη και γυρίζει στη θέση της)

ΝΙΚΟΛΑΣ: Πρόφτασε, Γιώργαινα, το παιδί, τον Κωστάκη. Δώσ’ του μια γουλιά ζουμί.

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Τι να του δώσω; Τι να το ταΐσω τώρα πια;

ΠΑΠΑΣ: Το πνεύμα σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία, ένεκεν του ονόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Εν τη δικαιοσύνη Σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου και εν τω ελέει Σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου. Και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου, ότι εγώ δούλος Σου ειμί.

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Δε σαλεύει, δεν ανασαίνει!

ΠΑΠΑΣ: Παραδόθει;

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Ξεψύχησε!

ΠΑΠΑΣ: (σηκώνοντας τα χέρια και κάνοντας το σταυρό του) Ας παραλάβει ο Κύριος την ψυχή του στη μακαριότητά Του. Σήκωσ’ το. Πάρ’ το μέσα

ΠΑΙΔΙΑ: (κλαίνε) Κωστάκη! Κωστάκη!

ΝΙΚΟΛΑΣ: Τη δουλειά σας. Μην αφήνετε τη δουλειά σας ούτε στιγμή. Γλήγορα τα χέρια σας. Φκιάνετε καλά τα φουσέκια.

ΘΑΝΑΣΗΣ: Προσέχετε τη μπαρούτη μην κάνετε λάθος. Για φέρε μου να ιδώ Φωτεινή. Καλά, καλά! Πιο σφιχτά Τι ’ναι αυτό; Τούτο είναι το νοτισμένο, πώς βράχηκε;

ΛΕΝΙΩ: Κλαίνε, μπάρμπα – Θανάση, και …….

ΘΑΝΑΣΗΣ: Ποιος κλαίει; Δε σας είπαμε να μην κλαίτε; Ποιος κλαίει; Να ’ρθει δω αμέσως.

ΜΗΤΣΟΣ: Εγώ! (κλαίγοντας)

ΘΑΝΑΣΗΣ: Έλα κοντά, παιδί μου, γιατί κλαις; (το χαϊδεύει)

ΜΗΤΣΟΣ: Πεινάω!

ΝΙΚΟΛΑΣ: Μα … εσύ να κλαις; Εσύ που χτες ο πατέρας σου σκότωσε δεκαπέντε Τούρκους; Ντροπής!

ΘΑΝΑΣΗΣ: Όχι παιδί μου, μην κλαις, γιατί να, κοίτα τούτο το φουσέκι, το ’κανες λούτσα, δεν κάνει. Γιατί χαλάει η μπαρούτη και δε θα πιάνει φωτιά και πώς θα κάνουμε τον πόλεμο, παιδάκι μου; Πάει το Μεσολόγγι μας!

ΜΑΡΚΟΣ: Θα μας το πάρουν οι αντίχριστοι και θα μας σφάξουν όλους με τα γιαταγάνια τους! Γι’ αυτό κανένας σας να μην κλαίει!

ΜΗΤΣΟΣ: Πεινάω!!

ΠΑΠΑΣ: Θεέ μου, βοήθησέ μας στη δυστυχία μας!

ΠΑΙΔΙΑ: Πεινάμε!!

ΦΩΤΕΙΝΗ: Σωπάτε! Μην κάνετε έτσι! (τραβώντας το Μήτσο από το χέρι στη θέση του) Δεν ακούτε το κανόνι; Σωπάτε! Να η κυρα Γιώργαινα θα φέρει φαΐ. (η Γιώργαινα πάει πάλι στο τζάκι)

ΛΕΝΙΩ: Οι πατεράδες μας, οι μανάδες μας, τα’ αδέρφια μας πολεμάνε, όλοι πολεμάνε και μεις εδώ να κλαίμε; Ντροπής! Εμπρός, εμπρός, φκιάνετε φουσέκια!

ΠΑΠΑΣ: Από των πολλών μου αμαρτιών ασθενεί το σώμα, ασθενεί μου και η ψυχή. Προς Σε καταφεύγω την Κεχαριτωμένην. Ελπίς απελπισμένων Συ μοι βοήθησον. Πάσαι των αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι Άγιοι Π,αντες μετά της Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εις το σωθήναι ημάς (μπαίνει με ορμή η Κατερίνα οπλισμένη)

 

ΣΚΗΝΗ 2η

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Φωτεινή, Φωτεινή φουσέκια!

ΦΩΤΕΙΝΗ: (μαζεύει έτοιμα φουσέκια και της τα δίνει) Πώς πάμε;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Βαστάμε, βαστάμε! Τους φάγαμε. Γιόμισε η πλέβρα κορμιά. Μονάχα να μας προφτάσει η νύχτα και θα τους φάμε το κρέας ταχιά!

ΠΑΙΔΙΑ: Κατέρω!!

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Βιάζομαι, βιάζομαι!!

ΠΕΤΡΗΣ: Πες του καπετάνιου εδώ είμαι άχρηστος, το πόδι μου αφόρμισε, πονώ φοβερά. Πες του να προστάξει: «Ο μπαρμπα – Πετρής, πες του, θέλει να ’ρθει στο μετερίζι να πολεμήσει.» Να στείλει άλλον στο πόδι μου.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Καλά. (κάνει να φύγει – ο παπάς την κρατάει από το χέρι)

ΠΑΠΑΣ: Εκείνο το παιδί το δικό μου, ο Πάνος, κοντά σου είναι; Τον είδες;

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Ναι, πολεμάει.

ΠΑΠΑΣ: Πες του καπετάνιου να τον προσέχει, είναι αψύ το παλιόπαιδο.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Ο Πάνος ο δικός σου, παππούλη, πολεμάει καλύτερα απ’ όλους, σαν άντρας. Δυο τρεις φορές άκουσα τον καπετάνιο που του φώναζε: «Μπράβο, Π΄νο, γεια σου παληκάρι, γεια σου άξιο παιδί του παπα – Γιώργη!

ΠΑΠΑΣ: Αλήθεια; Μου περνάνε οι πόνοι!

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Με την ευχή σου, καλό βόλι, παππούλη!

ΠΑΠΑΣ: Με την ευκή μου! Καλό βόλι, παιδί μου!

ΚΑΤΕΡΙΝΑ: Καλό βόλι, παιδιά!

ΠΑΙΔΙΑ: Καλό βόλι!! (φεύγει) ( η Γιώργαινα βγάζει το τσουκάλι από τη φωτιά – η Λενιώ και Δέσπω μοιράζουν το φαγητό – τα παιδιά μαζεύονται γύρω τους)

ΦΩΤΕΙΝΗ: Γιώργη! Φώτω! Κίτσο! Φρόσω! Εδώ γλήγορα! Στη θέση σας! (όταν μοιράζονται οι γαβάθες, απλώνουν αμέσως τα χέρια)

ΛΕΝΙΩ: Σταθείτε! Περιμένετε! Γιώργη! Στάσου, Φώτω! Ντροπή σας! Ευλόγησε, πατέρα!

ΠΑΠΑΣ: Χριστέ ο Θεός, ευλόγησον την βρώσιν και την πόσιν των δούλων Σου, ότι Άγιος ει πάντοτε και νυν και αεί και εις τους αιώνες των αιώνων, αμήν.

ΛΕΝΙΩ: Σταυρό όλοι! Εμπρός, τρώτε. Μη, Γιώργη, ντροπής! Καθένας το δικό του! Μη μαλώνετε! (η Γιώργαινα γεμίζει άλλο ένα πιάτο και παίρνοντάς το κάθεται κοντά στον παπά)

ΠΑΠΑΣ: Ομονοήστε, παιδιά μου, μη μαλώνετε. Μη θέλει καθένας να πάρει το δίκιο τα’ αλλουνού, γιατί έτσι γεννιέται η διχόνοια. Άμα δεν έχουμε ομόνοια δεν μπορούμε να ιδούμε σωτηρία και προκοπή.

ΚΙΤΣΟΣ: Η διχόνοια θα μας φάει. Η διχόνοια μας έφερε στο χάλι που βρισκόμαστε σήμερα.

ΠΑΠΑΣ: Αν δεν ομονοήσουμε, δε θα ιδούμε ποτές ανάσταση στο γένος μας. Και θα χαθούμε ολότελα από το πρόσωπο του Θεού.

ΔΕΣΠΩ: Παππούλη, άστα τα παιδιά, παιδιά είναι

ΠΑΠΑΣ: Μπροστά στην κρίση του Κυρίου, δεν υπάρχουν παιδια και μεγάλοι. Και το Μεσολόγγι βρίσκεται σήμερα στην κρίση του Κυρίου.

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: (του δίνει το κουτάλι) Πάρε και του λόγου σου να φας.

ΠΑΠΑΣ: Μη με σκανταλίζεις, Γιώργαινα!

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Έχεις μια βδομάδα, παππούλη, που δεν έβαλες μπουκιά στο στόμα σου.

ΠΑΠΑΣ: Μεγάλη σαρακοστή είναι τούτη, Γιώργαινα. Κι η μεγάλη σαρακοστή τούτης της χρονιάς είναι η μεγαλύτερη απ’ όλες. Δεν κάνει εγώ να φάω το φαΐ των αδυνάτων. Είδες τον Κωστάκη; Δεν το προφτάξαμε το παιδί!

ΔΕΣΠΩ: Μην παραπονεύεσαι, παππούλη, τα μάτια σου βούρκωσαν.

ΚΙΤΣΟΣ: Ήταν ορφανό, ο πατέρας του σκοτώθηκε με το ντουφέκι στο χέρι. Η μάνα του ξεψύχησε στο μετερίζι. Ο αδερφός του ο Γιάννος είναι βαριά λαβωμένος.

ΠΑΠΑΣ: Πεντάρφανο το παιδάκι στα χέρια μας. Κρίμα! Έπρεπε να το προφτάξουμε το παιδί!

ΔΕΣΠΩ: Μην παραπονεύεσαι, παππούλη, και δεν έχουμε λρίμα. Ποιον να πρωτοπροφτάξουμε;

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Εδώ ταχιά θα ’μαστε όλοι πεθαμένοι, μον βάλε μια γουλιά ζουμί στο στόμα σου. (του ξαναπροσφέρει)

ΠΑΠΑΣ: Γιώργαινα, εγώ βαστάω. Για ζωή εγώ δεν είμαι. Δεν κάνει να φάω το φαΐ αυτουνώνε, που ’ναι για να ζήσουν.

ΛΕΝΙΩ: (κλαίγοντας) Κανείς μας δε θα ζήσει, παππούλη. Ο Θεός το πήρε από μας το μάτι του.

ΠΑΠΑΣ: (αυστηρά) Μη βλαστημάς σου είπα. Όλοι οι άνθρωποι πεθαίνουν, μα εμείς εδώ τα’ αποφασίσαμε να πεθάνουμε μια ώρα αρχύτερα, για να εξασφαλίσουμε στα παιδιά μας τη Λευτεριά. Σε μας έπεσε ο κλήρος κι είναι η ευθύνη μας βαριά. Ας σταθούμε πιστοί κι ας μη μολεύουμε την ψυχή μας με του κορμιού τους πόνους.

ΝΙΚΟΛΑΣ: Θα πεθάνουμε εμείς, να ζήσει το Μεσολόγγι. Ύστερα από χρόνια και καιρούς, κάποιαν άνοιξη σαν ετούτη, ξημερώσει καινούρια λαμπρόχαρη ανάσταση και θα χορεύει η λεβεντιά πάνω στα μνήματά μας.

ΚΙΤΣΟΣ: Κι οι ψυχές μας, Γιώργαινα, θα χαρούνε τότε χαρά μεγάλη. Αν χαθούμε εμείς, θα ζήσει η γενιά μας. Αλλιώς το γένος μας θα ξεκληριστεί. Κι εμείς δε θα γλιτώσουμε και θα ’χουμε μεγάλο κρίμα.

ΔΕΣΠΩ: Αχ, θα μας φάει ο αντίχριστος όλους!

ΠΑΠΑΣ: Σώπα λέω μικρόψυχη, ήτανε θέλημα Θεού εμείς να γίνουμε ο σπόρος που θα πέσει στη γης, για ν’ ανθίσει και να καρπίσει ζωή καινούρια. (ακούγεται κανονιά) Σώπα, μην κλαις και δεν τις ξέρεις τις βουλές του Κυρίου. Σήκω μαζεψε τα σκουτέλια να μην τα βλέπουνε τα παιδιά κι είναι ο νους τους στο φαΐ. Σήκω, πήγαινε! Ευλογητός ο Θεός, ο ελεών και τρέφων ημάς εκ των αυτού πλουσίων δωρεών τη Αυτού χάριτι και φιλανθρωπία πάντοτε και νυν και αεί και εις τι\ους αιώνας των αιώνων αμήν. Εμπρός, δουλειά! Μην κάθεστε, φκιάνετε φουσέκια.
( η Δέσπω μαζεύει τα πιάτα αργά και με κόπο και τα’ αποθέτει στο τζάκι)

ΠΑΙΔΙΑ: Νερό! Νερό!

ΦΩΤΕΙΝΗ: Νερό δεν έχει τώρα, το ρίξαμε στο φαΐ. Το, άμα σκιλάσει ο πόλεμος, θα βγούνε να φέρουνε και θα πιείτε.

ΛΕΝΙΩ: Να, βάλτε βότσαλα στο στόμα σας, θα σας κόψουν τη δίψα.

 

ΣΚΗΝΗ 3η

ΧΡΥΣΟΥΛΑ: (μπαίνει βιαστική, σα να την κυνηγάνε – κοιτάζει φοβισμένη πίσω της) Τους τα πήρα, τους τα πήρα! (κοιτάζει ολόγυρα – η φωνή της κρύβει φόβο και τρέλα)

ΦΩΤΕΙΝΗ: (πάει κοντά της) τι πήρες Χρυσούλα;

ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Τα λουλούδια! (δείχνει ένα μάτσο χαμομήλια και τα ξανακρύβει στον κόρφο της)

ΦΩΤΕΙΝΗ: Πού τα βρήκες, καλέ; Τίνος τα πήρες;

ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Εκεί, κάτω! Στο περβόλι.

ΦΩΤΕΙΝΗ: Σε ποιο περβόλι;

ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Να, κει κάτω που μοσκοβολάνε τα κρέατα που ψένουν. Πήγα και κρύφτηκα και μυριζόμουνα. (με λαχτάρα) Κι ερχότανε η άχνα απ’ τα φαγιά. Αχ, Παναγιά μου, πώς ήντουσαν όλοι σκυμμένοι και κρυφοκοιτάζανε!!

ΦΩΤΕΙΝΗ: Ποιοι;

ΧΡΥΣΟΥΛΑ: (άγρια, με φρίκη) Να, αυτοί οι διαβόλοι με τα κέρατα. Κι ήντουσαν μαύροι! Να, σαν τα τηγάνια τα μούτρα τους. Και βελάζανε!

ΦΩΤΕΙΝΗ: Καλέ, πού πήγες; Βγήκες όξω απ’ το κάστρο;

ΧΡΥΣΟΥΛΑ: (με καημό) Πήγα να βρω τη μάνα μου.

ΦΩΤΕΙΝΗ: Πού πήγες;

ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Η μάνα μου κοιμήθηκε μέσα στα χαμομήλια κι έσκυψα και τη φίλησα στα μάτια και στα χείλια.

ΦΩΤΕΙΝΗ: (τη χαϊδεύει) Έλα δω, κάτσε χάμω. (την πιάνει να την οδηγήσει)

ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Δε στα δίνω, δε στα δίνω!! Είναι δικά μου τα λουλούδια! (καθώς προσπαθεί να ξεφύγει πέφτει και κάθεται κοντά στον παπά)

ΧΡΥΣΟΥΛΑ: (απλώνει τα χαμομήλια μπροστά της και τραγουδα) Ξύπνα, μανούλα, σάλεψε και γλυκοκοίταξέ με, στην αγκαλιά σου πάρε με και κανακάρισέ με.

ΠΑΠΑΣ: (σηκώνει το χέρι να της διαβάσει μια ευχή) Κύριε …

ΧΡΥΣΟΥΛΑ: (σα να φοβήθηκε τα μαζεύει γρήγορα και τραβιέται) Τι; Όχι! Μη μου τα παίρνεις! Είναι δικά μου. όχι! Μη μου τα παίρνεις, να χαρείς! Είναι τα κοκαλάκια της μανούλας μου. (ξαφνικά με πείσμα) Εγώ θα τα φάω! (μασάει με πείσμα – ακούονται κανονιές – γελάει νευρικά – πετάγεται πάνω με τα χέρια ανοιχτά, σα να πρόκειται να χορέψει) Μπουμ! Μπουμ! Τα νταούλια. Ήρθανε τα νταούλια; Σηκωθείτε να χορέψουμε! (η Γιώργαινα έρχεται και την παίρνει από το χέρι, για να την οδηγήσει να καθίσει)

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Χρυσούλα, έλα να πλαγιάσεις!

ΧΡΥΣΟΥΛΑ: (χορεύοντας, τραγουδά) Όλα τα πουλάκια… (ξαπλώνει στο στρώμα)

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Εφτού, κάτσε εφτού. Μη σαλεύεις.

ΧΡΥΣΟΥΛΑ: Θα κοιμηθούμε;

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Ναι. Σώπα.

ΧΡΥΣΟΥΛΑ: (σηκώνεται) Όχι, όχι δε θέλω, θα πάω στα νταούλια, στο χορό. (καθώς πάει να βγει μπαίνουν δυο κοπέλες, η Κατερίνα και δυο αγόρια φέρνοντας τον Πάνο και τα’ άρματά του – η Χρυσούλα μπήγει μια κραυγή και γονατίζει) Α!!! (όλοι γυρίζουν και κοιτάζουν με αγωνία)

 

ΣΚΗΝΗ 4η

ΠΑΠΑΣ: (με αγωνία) Ποιον φέρνουν;

ΠΑΙΔΙΑ: Τον Πάνο!

ΠΑΠΑΣ: Λαβωμένο ή σκοτωμένο;

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ: Λαβωμένος, παππούλη!

ΠΑΠΑΣ: Εδώ, εδώ! Φέρτε τον εδώ! (τοποθετούν το λαβωμένο μπροστά του – ο παπάς σκύβει και εξετάζει το παιδί ανοίγοντας το στήθος – σηκώνει το κεφάλι και λέει) Κατάστηθα! (σηκώνει το κεφάλι στον ουρανό) Ας γίνει, Κύριε το θέλημά Σου. (Φωτεινή φέρνει πανιά και ο παπάς προσπαθεί να δέσει την πληγή λέγοντας τα παρακάτω – η Χρυσούλα έρχεται και στριμώχνεται κοντά στον παπά και κλαίει) Πώς πάμε;

Α΄ ΚΟΠΕΛΑ: Τους φάγαμε, παππούλη, γύρισαν πίσω ο αρχηγός στο ταμπούρι μας είπε δε θα τολμήσουν άλλο γιουρούσι απόψε. Πάει να σκολάσει ο πόλεμος για σήμερα.

ΠΑΠΑΣ: Πάνο, παιδί μου, πώς είσαι;

ΠΑΝΟΣ: (ανοίγει τα μάτια του, και χαμογελάει με κόπο) Καλά, πατέρα, μη φοβάσαι, καλά!

Β΄ ΚΟΠΕΛΑ: Στο γιαλό φάνηκαν καράβια!

ΠΑΠΑΣ: Να σ’ ευλογήσει ο Θεός! Δικά μας, ε; δικά μας;

Α΄ ΑΓΟΡΙ: Δικά μας λένε. Μα δεν τα ξεχώρισαν ακόμα καλά. Αρμενίζουν ανοιχτά.

Β΄ ΑΓΟΡΙ: Κάμποσοι λένε πως ξεχώρισαν το μπαϊράκι του Μιαούλη. (φωνές ευχαρίστησης)

ΠΑΠΑΣ: (σηκώνοντας τα μάτια στον ουρανό) Μακάρι, Θεέ μου! (γυρίζοντας στον Πάνο) Πονάς, παιδί μου, πονάς; Πώς λαβώθηκες;

ΠΑΝΟΣ: (με κόπο) Τους πήρα!…

ΠΑΠΑΣ: Άσε! Μη μιλάς!

Α΄ ΚΟΠΕΛΑ: Είπε ο καπετάνιος να καθίσουμε κι εμείς εδώ, να βοηθήσουμε στα φουσέκια και να φτιάξουν τα παιδιά ξαντά και λουρίδες.

ΘΟΔΩΡΗΣ: Είναι πολλοί λαβωμένοι; Ποιος λαβώθηκε; Ποιος σκοτώθηκε;

Β΄ ΚΟΠΕΛΑ: δεν ξέρουμε τίποτα ακόμα, γιατί η προσταγή είναι να μη σαλέψει κανείς από τη θέση του ως που να πέσει ο ήλιος.

Α΄ ΑΓΟΡΙ: μα δεν έχουμε πολλούς δικούς μας. Από τους αντίχριστους γιόμισε ο τόπος. Όλη η πλέβρα, στο ταμπούρι του Μπότσαρη μπροστά, κοκκινίζει από τα φέσια και τα ζουνάρια των σκοτωμένων. Τώρα τραβήχτηκαν κάτου και βάρεσε η σάλπιγγά τους να συναχτούν.

ΘΟΔΩΡΗΣ: Και για τα καράβια, είδανε καλά το μπαϊράκι του Μιαούλη; Το ξεχώρισαν καλά;

Β΄ ΑΓΟΡΙ: Έτσι είπαν, μα είναι αλάργα ακόμα.

ΘΟΔΩΡΗΣ: (στα παιδιά) Βαστάτε την καρδιά σας, παιδιά, κι αν είναι τα καράβια που φάνηκαν δικά μας, ταχιά θα ’χουμε ψωμάκι, λάδι, κρές, φασόλια και μπαρούτη και βόλια κι απ’ όλα τα καλά.

ΠΑΝΟΣ: (αναστενάζει) Ωχ!!

ΠΑΠΑΣ: Πώς είσαι, παιδί μου;

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Παππούλη, δεν αφήνεις να το βάλουμε το παιδί να ξαπλώσει;

ΠΑΠΑΣ: Γι’ άστο λίγο εδώ. (σιγά) Είναι βαριά, Γιώργαινα, το καταλαβαίνω απ’ την ανάσα. Πώς λαβώθηκε το παιδί μου;

Β΄ ΑΓΟΡΙ: Στο ταμπούρι το δικό μας στο τελευταίο γιουρούσι ήντουσαν ίσαμε πεντακόσιοι. Βγήκανε στο μεϊντάνι και βάλανε τη φωνή: γούργια και γιούργια και τραβήξανε τα γιαταγάνια κι ανέβαιναν σαν κοπάδι γελάδια αγριεμένα.

Α΄ ΑΓΟΡΙ: Μα το κάθε βόλι μας έβρισκε στο κρέας. Ούτε ένα βόλι δεν πήγε χαμένο.

ΠΑΠΑΣ: Μπράβο! Κι ο Πάνος μου;

Α΄ ΚΟΠΕΛΑ: Πολέμαγε λυσσασμένα κι όλη την ώρα παρακάλαγε τον αρχηγό να τον αφήσει να πηδήξει όξω με το σπαθί.

Β΄ ΚΟΠΕΛΑ: Ο αρχηγός είχε χωρίσει από τα πριν τους νομάτους, που θα πήδαγαν όξω μόλις θα ’πιανε να ξεθύμαινε του γιουρούσι, και τον Πάνο δεν τον είχε βάλει μέσα.

Α΄ ΑΓΟΡΙ: «Βάλε με κι εμένα» του ’λεγε παρακαλώντας. «Μη βιάζεσαι» τ’ απαντούσε ο αρχηγός, «ταχιά θα ’ρθει η σειρά σου».

Β΄ ΑΓΟΡΙ: Όμως δεν τον άκουσε. Τη στιγμή που γύρισε το γιουρούσι, πήδηξαν οι νομάτοι οι διορισμένοι από πίσω τους με τις πάλες και τους βάλανε μπροστά. Κι ο Πάνος κοντά τους!

Α΄ ΚΟΠΕΛΑ: «Πάνο!» φωνάζουμε. (ο Πάνος ανοίγει λίγο τα μάτια του, χαμογελάει με κόπο και τα ξανακλείνει) Πού ν’ ακούσει! Τους προσπέρασε όλους κυνηγώντας και σφάζοντας τους άπιστους. Όταν σε λίγο γύρισαν, τον φέρανε σηκωτό. Στην ορμή του, καθώς είχε μείνει μοναχός μπροστά, ένας άπιστος εστάθει και του την άναψε με την πιστόλα.

ΘΟΔΩΡΗΣ: Καλά, καλά. Πιάστε τώρα δουλειά μη χανουμε καιρό. Κι αν τα καράβια που φάνηκαν είναι δικά μας, από αύριο θα ξανασάνουμε. (τα κορίτσια πλησιάζουν τη Φωτεινή)

Β΄ ΚΟΠΕΛΑ: Μωρή Φωτεινή, μην έχεις τίποτα να γλείψουμε κι εμείς;

ΦΩΤΕΙΝΗ: Μισό σκύλο βράσαμε εμείς και φάγαμε όλοι από μια μπουκιά. Μη μιλάτε για φαΐ, γιατί τα παιδιά είναι ξελιγωμένα και μόλις βαστιούνται.

Β΄ ΚΟΠΕΛΑ: Αχ, Παναγιά μου, ας είναι τα καράβια που φάνηκαν δικά μας!

ΦΩΤΕΙΝΗ: (πλησιάζει τον παπά και γονατίζει μπροστά του) Πατέρα!!

ΠΑΠΑΣ: Πάει, Φωτεινή μου, ο αδερφός σου, πάει το παλικάρι μας!

ΦΩΤΕΙΝΗ: Πέθανε;

ΠΑΠΑΣ: Όχι ακόμα, αλλά δε θ’ αργήσει. Τον έχει πιάσει ο χάρος και μου τον τραβάει να μου τον πάρει από τα χέρια.

ΦΩΤΕΙΝΗ: Μη φοβάσαι, πατέρα, μπορεί…

ΠΑΠΑΣ: (κουνάει το κεφάλι απελπισμένος) Τον ξέρω καλά εγώ, παιδί μου, τον Άγγελο του Κυρίου!

ΦΩΤΕΙΝΗ: (αγκαλιάζοντας τον Πάνο) Αδερφούλη μου!!

ΠΑΠΑΣ: (την τραβά απαλά) Σώπα! Πήγαινε! Καθένας στη δουλειά του! Κοίταξε τα παιδιά! ( η Φωτεινή τον χαϊδεύει και απομακρύνεται – ο παπάς σηκώνει το κεφάλι και τα μάτια στον ουρανό και τα χέρια σε στάση προσευχής λέει) Κύριε, Κύριε. Στην καρδιά μέσα με σφάζει ο χαμός του παιδιού μου. Ελέησέ με και κάνε το θάμα Σου. Γλίτωσε το! Χάρισέ, Κύριε, τη ζωή στο νέο βλαστάρι και για τη χάρη αυτή πάρε εμένα. Κι αν είμαι αμαρτωλός και σου ’φταιξα σαν άνθρωπος, παίδεψέ με εμένα, βασάνισε το κορμί μου. Δε θα παραπονεθώ για τίποτα. Μα χάρισε, Θεέ μου, τη ζωή στο παιδί μου. άσε να ζήσει να δει τη λευτεριά. … Μα πάλι όχι όπως θέλω εγώ, παρ’ όπως Εσύ θέλεις. Κι αν είναι ν’ αναστήσουμε πατρίδα με τη θυσία τούτη, ας γίνει, Κύριε, το θέλημά Σου!

ΠΑΝΟΣ: (ανοίγει τα μάτια του και χαμογελά) Πατέρα!

ΠΑΠΑΣ: (με λαχτάρα) Παιδί μου! ΠΑΝΟΣ: Σε πόσες μέρες έχουμε Λαμπρή;

ΠΑΠΑΣ: Κοντά είναι η Ανάσταση, παιδί μου.

ΠΑΝΟΣ: Τη Λαμπρή … θα χορέψω …μπροστά, πατέρα, … με τα’ άρματά μου.

ΠΑΠΑΣ: Ναι, παλικάρι μου.

ΠΑΝΟΣ: (γυρίζει με κόπο το κεφάλι) Πού ’ν’ τ’ άρματά μου;

ΠΑΠΑΣ: Εδώ, παιδί μου,. ησύχασε. Μη μιλάς. Πονάς; Πονάς;

ΠΑΝΟΣ: (τεντώνεται με κόπο και ψάχνει με τα μάτια) Το ντουφέκι μου …. η πάλα μου … το μπιστόλι μου …

ΠΑΠΑΣ: Να τα, παιδί μου!

ΠΑΝΟΣ: (με δυσκολία) Ήθελα να πάρω το χρυσό σπαθί του Μουχτάρ πασά. Δε μ’ άφηκαν τα σκυλιά. Μα … Θα τους κυνηγήσω. Μα γω θα τους σκοτώσω, όλους θα τους σκοτώσω. Θα το πάρω το χρυσό σπαθί του Μουχτάρ πασά, με το χέρι μου θα το πάρω. (ο παπάς κοιτάει μια τη Γιώργαινα μια τον ουρανό) Θα το βάλω να χορέψω μπροστά τη Λαμπρή. (λιποθυμάει)

ΠΑΠΑΣ: (πιάνοντας το κεφάλι του με τα δυο του χέρια) Όχου, λαχτάρα της καρδιάς μου, όχου πικρό φαρμάκι. Λίγο νερό, Γιώργαινα!

ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ: Πού νερό σταλιά, παπούλη; Από τα ψες έστυψαν όλα. Δεν το ξέρεις; Ούτε ο ουρανός δε μας λυπάται να βρέξει!

ΠΑΠΑΣ: Πάει, Γιώργαινα, πάει το παλικάρι!

ΠΑΝΟΣ: (ανοίγει τα μάτια του χαμογελώντας και μιλώντας κομπιαστά) Ξέρεις, … πατέρα ..τι … θυμήθηκα;

ΠΑΠΑΣ: Τι, παιδί μου;

ΠΑΝΟΣ: Το … Σούλι …. Το σπίτι μας….Τη μάνα μου…. (σηκώνεται και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα φωνάζει) Χτυπάτε τον τύραννο! Χτυπάτε τον τύραννο! Χτυπάτε τον τύραννο! (πέφτει)

ΠΑΠΑΣ: Σύχασε, παιδάκι μου!

ΠΑΝΟΣ: (αδύναμα) Πού ’ναι η Φωτεινή;

ΠΑΠΑΣ: Φωτεινή!

ΦΩΤΕΙΝΗ: (συλλαβιστά) Φωτεινή, εσύ θα πάρεις τώρα τ’ άρματά μου, να μην κάθονται άνεργα. Πατέρα!

ΠΑΠΑΣ: Παιδί μου!

ΠΑΝΟΣ: Θα πάμε μια μέρα στο Σούλι, δε θα πάμε;

ΠΑΠΑΣ: Θα πάμε, παιδί μου!

 

ΣΚΗΝΗ 5η

ΚΩΣΤΑΣ: (μπαίνει λαχανιασμένος μαζί με το Θύμιο, στέκουν μια στιγμή στην πόρτα να κατατοπιστούν κι έρχονται κοντά και γονατίζουν) Πάνο, αδερφέ μου, συγχώρα με που δεν έτρεξα αμέσως. Τώρα μόλις μ’ άφησαν από το ταμπούρι. (δυνατά με ενθουσιασμό) Τα’ όνομά σου δοξάστηκε σήμερα, αδέρφι! Βγήκες το καλύτερο παλικάρι τη σημερινήν ημέρα, αντραγάθησες.

ΘΥΜΙΟΣ: Όλο το Μεσολόγγι για σένα μιλάει, τι εσύ ήρθες σήμερα στον πόλεμο πρώτος. Ο καπετάν Τζαβέλας σε διόρισε πρωτοπαλίκαρό του και σου στέλνει τούτο το ασημένιο του πιστόλι. Πώς είσαι, αδέρφι;

ΠΑΝΟΣ: Το πιστόλι; Ο καπετάν Τζαβέλας; Πρωτοπαλίκαρο; Τη Λαμπρή θα χορέψω μπροστά. (πεθαίνει)

ΚΩΣΤΑΣ – ΘΥΜΙΟΣ: Αδέρφι!

ΦΩΤΕΙΝΗ: Αδερφούλη!

ΠΑΠΑΣ: Δέξου, Κύριε, την ψυχή του παλικαριού στους κόλπους σου! (έξαλλος και μ’ όλη τη δύναμη της φωνής του) Εμπρός, τι κάθεστε; Πιάστε με, βοηθάτε με, φέρτε μου τα’ άρματά μου! (πέφτει μη μπορώντας να στερεωθεί)

ΚΩΣΤΑΣ: Πατέρα! Εμείς τώρα θα ’μαστε τα παιδιά σου.

ΘΥΜΙΟΣ: Δώσε μας την ευκή σου, πατέρα, να εκδικηθούμε το βόλι που ’φαγε τον Πάνο μας.

 

ΣΚΗΝΗ 6η

ΦΩΤΟΣ: (μπαίνει μ’ ορμή) Παπα – Γιώργη, ο καπετάν Τζαβέλας προστάζει: Θα ’ρθει εδώ τώρα με τους αρχηγούς.

ΠΑΠΑΣ: Ας κοπιάσει. Πώς πήγε σήμερα ο πόλεμος;

ΦΩΤΟΣ: Τους φάγαμε. Λένε θα ’χει τρεις χιλιάδες σκοτωμένους από τα σκυλιά. Τους αντίχριστους.

ΛΑΜΠΡΟΣ: Τ’ είναι τα καράβια που φάνηκαν;

ΦΩΤΟΣ: δεν είναι δικά μας. Έχουνε κόκκινα μπαϊράκια. Μας ζώσαν κι από τη θάλασσα!

ΛΑΜΠΡΟΣ: Πάει και η τελευταία μας ελπίδα!

ΦΩΤΟΣ: Θα μαζευτούν απόψε εδώ οι αρχηγοί. Λένε θα σκεφτούνε πια τελειωτικά για να κάνουμε το γιουρούσι να βγούμε.

ΛΑΜΠΡΟΣ: Να τ’ αφήσουμε το Μεσολόγγι;

ΦΩΤΟΣ: Να γλιτώσουμε τις ψυχές και να βγούμε στο κλαρί.

ΠΑΠΑΣ: Αφήσαμε το Σούλι, ν’ αφήσουμε και το Μεσολόγγι, να γλιτώσουμε τις ψυχές. Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου!

ΚΩΣΤΑΣ: Πατέρα, πάμε στη θέση μας. Ευκήσου μας, πατέρα!

ΠΑΠΑΣ: Καλό βόλι, παιδιά μου.

ΘΥΜΙΟΣ: (γονατίζει και φιλά το νεκρό) Πάνο, αδέρφι μου, εδώ σου κάνουμε όρκο να πάρουμε πίσω το αίμα σου από τους άπιστους ως που να ξεψυχήσουμε.

ΦΩΤΕΙΝΗ: Να πούμε το τραγούδι του Πάνου, πατέρα;

ΠΑΠΑΣ: Πέστε το! (βάζει το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια)

ΟΛΟΙ: Για πέστε το άλλη μια φορά, πέστε το τρεις και πέντε,

- να ζει το Μεσολόγγι –

το θλιβερό τραγούδι μας και το χιλιοειπωμένο,

- να ζει το Μεσολόγγι –

Χάρε, που παίρνεις τις ψυχές έλα πάρε και τούτη

- να ζει το Μεσολόγγι –

κι όλους μας έλα πάρε μας, ψυχή να μην αφήσεις

- να ζει το Μεσολόγγι –

κι ας μη μείνει στούτ’ τη γης μήτε ξερό χορτάρι

- να ζει το Μεσολόγγι –

ως ναν τ’ ακούσει ο ουρανός ναν τ’ αγρικήσει ο κόσμος.

- να ζει το Μεσολόγγι –

Εμείς τ’ αποφασίσαμε κι όλοι είμαστε ορκισμένοι

- να ζει το Μεσολόγγι –

«ΓΙΑ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΓΙΑ ΘΑΝΑΤΟΣ»,να ζει το Μεσολόγγι.

Τ Ε Λ Ο Σ

 
Μάθημα
 
επιστροφή στο μάθημα

Κατεβάστε το αρχείο σε word

Μάθημα - mathima.gr