25η Μαρτίου - θεατρικά: Οι Μεσολογγίτισσες


Μονόπρακτο

 

- Πρόσωπα (7) -

    • Γυναίκα Α'
    • Γυναίκα Β'
    • Γυναίκα Γ'
    • Γυναίκα Δ'
    • Γυναίκα Ε'
    • Γυναίκα ΣΤ'
    • Σολωμός

 

Κείμενο: Τζήκας Γιάννης

(Ακούγεται το τραγούδι «Άκρα του τάφου σιωπή» και μπαίνουν στη σκηνή 6 γυναίκες. Αφού κάνουν δύο κύκλους στη σκηνή, στέκονται στο κέντρο της. Μαζί τους μπαίνει κι ένας μαθητής που παριστάνει το Σολωμό, κάθεται στην άκρη της σκηνής και τις παρα-κολουθεί συλλογισμένος.)

Γυναίκα Α'
:
Ακούτε συντοπίτισσες αδερφές μου. Αντίκρυ στην πατρίδα μας, στο έρμο Μεσολόγγι, δεν έπαψαν στιγμή να βαράνε τα κανόνια. Εχτές όλη μέρα δεν έπαψε η θάλασσα να τρέμει, να σείεται η γη… και σήμερα ξανάρχισε το κανονίδι με την αυγή. Αχ, ο θάνατος σαρώνει τις ψυχές! Ω, γεμίζουν τα μάτια μου δάκρυα, γιατί το δράμα του Μεσολογγιού δεν έχει λόγια να ει-πωθεί. Άκου! Βάστα, καημένο Μεσολόγγι.
Γυναίκα Β'
:
Τ’ αδέρφια μας σκοτώνονται για τη λευτεριά μέσα σ’ εκείνο το δοξασμένο αλωνάκι … για τη λευτεριά τη δική τους και τη δι-κή μας, τη λευτεριά του κόσμου. Άμποτε, θεέ μου, τούτη η τρομερή θυσία ν’ ανοίξει το δρόμο για να μας έρθει η λευτεριά. Ω, τη βλέπω την ωραία, λαμπρή θεά, αναστημένη από τα κό-καλα των προγόνων μας, με σπαθί κοφτερό κι όψη γενναία, να περιδιαβαίνει τον κόσμο.
Γυναίκα Γ'
:
Έρμες αδελφούλες μου, δυστυχισμένες Μεσολογγίτισσες … ερχόμαστε δω στ’ ακρογιάλι της Ζάκυνθος και καθόμαστε και κλαίμε αγναντεύοντας τα άγια χώματά μας. Κλαίμε κοιτάζο-ντας πέρα κατά το καημένο Μεσολόγγι. Γυρίζουμε οι δύστυχες όλη μέρα στα σοκάκια της Ζάκυνθος ζητιανεύοντας, μα δε ζη-τιανεύουμε για μας, για να χορτάσουμε την πείνα μας … ζητια-νεύουμε για τους δικούς μας … να τους στείλουμε κει πέρα στο Μεσολόγγι εφόδια, τρόφιμα και πανικά για τους λαβωμένους. και δεν είναι ντροπή η ζητιανιά σαν είναι για ιερό σκοπό.
Γυναίκα Δ'
:
Δεν έκλεισα μάτι όλη νύχτα από τη συλλογή. Μόνο τα χαράμα-τα γλάρωσα λίγο, για μια στιγμή, να, όσο να το πεις ένα «Πά-τερ ημών». Και μέσα σε τόση λίγη ώρα είδα όνειρο μεγάλο, τόσο μεγάλο, που είναι ν’ απορείς πως χωράνε τόσα πολλά μέ-σα σε τόσο λίγες στιγμές.
Γυναίκα Ε'
:
Έτσι είναι όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος. Ακούς το κανόνι; Σκοτώνονται κει πέρα! Αχ, τι μαυρίλες μας φέρνει πάλι τούτη η δόλια μέρα; Έλα, καλή μου, πες μας τ’ όνειρό σου.
Γυναίκα Δ'
:
Ανέβαινα, λέει, έναν όροφο απότομο, κοφτό. Ανέβαινα κι ανέ-βαινα με τα γόνατα και με τα νύχια σαν σκύλα. Φτάνω στην κορφή και μπροστά μου το παιδί του παπαγιώργη, το σκοτωμέ-νο, ο Πάνος. Με παίρνει από το χέρι και μπαίνουμε σ’ ένα ρη-μοκλήσι. «Εσύ ποιου είσαι;» με ρωτάει ο πεθαμένος. «Με το Μεσολόγγι» του απαντάω, «και συ με ποιον είσαι;» τον ερω-τάω εγώ. «Εγώ, μ’ αποκρίνεται … εγώ είμαι με τους πεθαμέ-νους!». Και βλέπω μπροστά μου, οϊμέ η καψερή!, όλους τους νεκρούς του αγώνα: Τον άντρα μου, τον αδερφό μου, τον Κω-σταντή, τον καπετάν-Μάρκο, τον καπετάν-Φώτο κι άλλους πολλούς, όλοι τους αγαπημένα πρόσωπα. Μ’ έπιασε μια ταρα-χή και βάλθηκα να χτυπάω την πόρτα της εκκλησιάς δυνατά να μ’ ανοίξουν. Η πόρτα δεν άνοιγε κι άρχισα να κλαίω σπαρακτι-κά. Κι εκεί ξύπνησα κλαίγοντας.
Γυναίκα Ε'
:
Χριστέ μου! Έχουμε ν’ ακούσουμε σήμερα κι άλλες συμφορές. Και συ, κακομοίρα μου, πάλι καλά. Αφού σκοτώθηκε ο άντρας σου και τα παιδιά σου, πάει τους έχασες όλους και ξεμπέρδε-ψες. Αχ, τι μας κάνεις εμάς που έχουμε ακόμα ζωντανούς και ζούμε με τη λαχτάρα πως τώρα, όπου να ‘ναι, θ’ ακούσουμε το κακό και το χειρότερο! Δυο παλικάρια μου, οι γιοι μου, πολε-μάν τώρα που μιλούμε και δεν ξέρω αν θα τους ξαναδώ ζωντα-νούς.
Γυναίκα ΣΤ'
:
Κάντε κουράγιο, αδερφούλες μου, όλα μια μέρα θα σιάξουν, θα ξαναδούμε λεύτερο το Μεσολόγγι, θα ξαναγυρίσουμε στο κο-νάκι μας να ξαναφτιάξουμε τη ζωή μας. Μέσα από τις στάχτες θα ξαναγεννηθεί η ελπίδα, ο θεός είναι μεγάλος και δε θα μας αφήσει να χαθούμε. Όσους κι αν σφάξουν οι Τούρκοι κάποιοι θα μείνουν να γειάνουν τις λαβωματιές της πατρίδας μας, να την κάνουν γερή και δυνατή.
Σολωμός
:
(Σηκώνεται και έρχεται στο κέντρο της σκηνής.)
Ψυχή μεγάλη και γλυκιά, μετά χαράς στο λέω
θαυμάζω τις γυ-ναίκες μας και στ’ όνομά τους μένω.
Ήσυχες για τη γνώμη τους μα όχι για τη Μοίρα
και μες στην τρίσβαθη ψυχή ο πόνος τους πλημμύρα.

Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα, δόξα να ‘χ’ η μαύρη πέτρα σου και το ξερό χορτάρι.

Τ Ε Λ Ο Σ

 
Μάθημα
 
επιστροφή στο μάθημα

Κατεβάστε το αρχείο σε word

Μάθημα